Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Βουτιά (1.1) από απότομο βράχο
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βουτιά οι βουτιές
      γενική της βουτιάς των βουτιών
    αιτιατική τη βουτιά τις βουτιές
     κλητική βουτιά βουτιές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βουτιά < βουτάω / βουτώ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vu.ˈtça/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βουτιά θηλυκό

  1. η είσοδος στο νερό (σε θάλασσα, λίμνη ή ποταμό)
    1. η εκτίναξη του σώματος με την οποία κάποιος μπαίνει ορμητικά στο νερό (σε θάλασσα, λίμνη ή ποταμό), συνήθως από κάποιο υψηλότερο σημείο
      έκανε μια θεαματική βουτιά από την αποβάθρα
    2. η ίδια η κατάδυση κάτω από την επιφάνεια του νερού
      ο διάσημος δύτης έσπασε το προηγούμενο ρεκόρ του με μια βουτιά στα 200 μέτρα βάθος
    3. η είσοδος στο νερό και το κολύμπι σε αυτό για περιορισμένο χρονικό διάστημα
      δεν έχω πολύ χρόνο, θα πάω στη θάλασσα για μια βουτιά και θα γυρίσω γρήγορα
  2. η ταχύτατη κίνηση προς τα κάτω
    Λεωφορείο κάνει βουτιά σε γκρεμό βάθους 50 μέτρων (από ειδήσεις στο διαδίκτυο)
  3. η εκτίναξη του σώματος προς τα κάτω, το (μ)πλονζόν
  4. (μεταφορικά) η απότομη πτώση ενός αριθμητικού / στατιστικού μεγέθους
    βουτιά έκανε χτες ο τραπεζικός δείκτης στο χρηματιστήριο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία