Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάριο < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική barium < αρχαία ελληνική βαρύς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /'va.ri.o/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός      
ονομαστική το βάριο
      γενική του βαρίου
& βάριου
    αιτιατική το βάριο
     κλητική βάριο
Παράρτημα

βάριο ουδέτερο, μόνο στον ενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία