Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αϊράνι τα αϊράνια
      γενική του αϊρανιού των αϊρανιών
    αιτιατική το αϊράνι τα αϊράνια
     κλητική αϊράνι αϊράνια
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Ένα ποτήρι αριάνι με κεφαλή αφρού

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αϊράνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική ayran + [1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αϊράνι ουδέτερο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία