Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απομείωση οι απομειώσεις
      γενική της απομείωσης
& απομειώσεως
των απομειώσεων
    αιτιατική την απομείωση τις απομειώσεις
     κλητική απομείωση απομειώσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απομείωση < μεσαιωνική ελληνική ἀπομείωσις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.poˈmi.o.si/
συλλαβισμός: α‐πο‐μεί‐ω‐ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απομείωση θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία