Δείτε επίσης: επερχόμενος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απερχόμενος η απερχόμενη το απερχόμενο
      γενική του απερχόμενου της απερχόμενης του απερχόμενου
    αιτιατική τον απερχόμενο την απερχόμενη το απερχόμενο
     κλητική απερχόμενε απερχόμενη απερχόμενο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απερχόμενοι οι απερχόμενες τα απερχόμενα
      γενική των απερχόμενων των απερχόμενων των απερχόμενων
    αιτιατική τους απερχόμενους τις απερχόμενες τα απερχόμενα
     κλητική απερχόμενοι απερχόμενες απερχόμενα
Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απερχόμενος < απέρχομαι + -όμενος

  ΜετοχήΕπεξεργασία

απερχόμενος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος απέρχομαι
    1. που φεύγει
    2. που πρόκειται να εγκαταλείψει σε λίγο χρονικό διάστημα μια θέση ή ένα αξίωμα
      συνάντησε τον απερχόμενο πρόεδρο της κυβέρνησης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία