Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αντιτορπιλικό τα αντιτορπιλικά
      γενική του αντιτορπιλικού των αντιτορπιλικών
    αιτιατική το αντιτορπιλικό τα αντιτορπιλικά
     κλητική αντιτορπιλικό αντιτορπιλικά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντιτορπιλικό < ουδέτερο του αντιτορπιλικός < αντι- + τορπίλη < γαλλική torpille < αγγλική torpedo < λατινική torpedo < torpeo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ster (σκληρός, δύσκαμπτος) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική contre-torpilleur)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντιτορπιλικό ουδέτερο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

αντιτορπιλικό