Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ανενεργός ανενεργή ανενεργό
γενική ανενεργού ανενεργής ανενεργού
αιτιατική ανενεργό ανενεργή ανενεργό
κλητική ανενεργέ ανενεργή ανενεργό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανενεργοί ανενεργές ανενεργά
γενική ανενεργών ανενεργών ανενεργών
αιτιατική ανενεργούς ανενεργές ανενεργά
κλητική ανενεργοί ανενεργές ανενεργά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανενεργός < μεσαιωνική ελληνική ἀνενεργός < α στερητικό και αρχαία ελληνική ἐνεργός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανενεργός

  • αν και είναι ανενεργός επιτηδευματίας, φορολογείται μόνον και μόνον επειδή δεν έχει "κλείσει" τα βιβλία του
  • που δεν παρουσιάζει κινητικότητα, που έμμεσα μπορεί να θεωρείται σκόπιμα παθητικό, που κάποιος έχει την κτήση του αλλά δεν τον χρησιμοποιεί
  • ανενεργός λογαριασμός τράπεζας, ανενεργό ΑΦΜ


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία