Δείτε επίσης: ἀκόρεστος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακόρεστος η ακόρεστη το ακόρεστο
      γενική του ακόρεστου της ακόρεστης του ακόρεστου
    αιτιατική τον ακόρεστο την ακόρεστη το ακόρεστο
     κλητική ακόρεστε ακόρεστη ακόρεστο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακόρεστοι οι ακόρεστες τα ακόρεστα
      γενική των ακόρεστων των ακόρεστων των ακόρεστων
    αιτιατική τους ακόρεστους τις ακόρεστες τα ακόρεστα
     κλητική ακόρεστοι ακόρεστες ακόρεστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακόρεστος < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ἀκόρεστος
(χημική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική insaturé[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈko.ɾe.stos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐κό‐ρε‐στος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακόρεστος, -η, -ο

  1. αυτός που δεν χορταίνει ή δεν μπορεί να χορτάσει, αυτός που δεν ικανοποιείται εύκολα, αχόρταγος, αχόρταστος, αδηφάγος
  2. (χημεία) ακόρεστη ένωση: είναι η ένωση της οποίας οι άνθρακες συνδέονται με διπλούς ή και τριπλούς ομοιοπολικούς δεσμούς

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία