ακόρεστος

Ελληνικά (el) Edit

πτώση ενικός
ονομαστική ακόρεστος ακόρεστη ακόρεστο
γενική ακόρεστου ακόρεστης ακόρεστου
αιτιατική ακόρεστο ακόρεστη ακόρεστο
κλητική ακόρεστε ακόρεστη ακόρεστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακόρεστοι ακόρεστες ακόρεστα
γενική ακόρεστων ακόρεστων ακόρεστων
αιτιατική ακόρεστους ακόρεστες ακόρεστα
κλητική ακόρεστοι ακόρεστες ακόρεστα

  Ετυμολογία Edit

ακόρεστος < αρχαία ελληνική ἀκόρεστος

  ΕπίθετοEdit

ακόρεστος, -η, -ο

  1. αυτός που δεν χορταίνει ή δεν μπορεί να χορτάσει, αυτός που δεν ικανοποιείται εύκολα, αχόρταγος, αχόρταστος, αδηφάγος
  2. (χημεία) ακόρεστη ένωση: είναι η ένωση της οποίας οι άνθρακες συνδέονται με διπλούς ή και τριπλούς ομοιοπολικούς δεσμούς


Συγγενικές λέξειςEdit

Αντώνυμο: Κορεσμένος

  ΜεταφράσειςEdit