Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακολουθιακός η ακολουθιακή το ακολουθιακό
      γενική του ακολουθιακού της ακολουθιακής του ακολουθιακού
    αιτιατική τον ακολουθιακό την ακολουθιακή το ακολουθιακό
     κλητική ακολουθιακέ ακολουθιακή ακολουθιακό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακολουθιακοί οι ακολουθιακές τα ακολουθιακά
      γενική των ακολουθιακών των ακολουθιακών των ακολουθιακών
    αιτιατική τους ακολουθιακούς τις ακολουθιακές τα ακολουθιακά
     κλητική ακολουθιακοί ακολουθιακές ακολουθιακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακολουθιακός < ακολουθία + -ακός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακολουθιακός, -ή, -ό

  1. (μαθηματικά) που έχει σχέση με ακολουθία ή αναφέρεται σ' αυτή
  2. (φυσική) που αφορά κυκλώματα που η έξοδός τους συναρτάται με τις τιμές εισόδου αλλά και την προηγούμενη κατάσταση του κυκλώματος
    ακολουθιακά κυκλώματα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία