Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κύκλωμα τα κυκλώματα
      γενική του κυκλώματος των κυκλωμάτων
    αιτιατική το κύκλωμα τα κυκλώματα
     κλητική κύκλωμα κυκλώματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κύκλωμα < αρχ. κύκλωμα < κυκλόω-ῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κύκλωμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κυκλώνω, κύκλωση
  2. (μτφ.) σύνολο ποικίλων διασυνδέσεων
    στον τόπο λειτουργούν διάφορα κυκλώματα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ηλεκτρικό κύκλωμα:(φυσ.) το σύνολο της ηλεκτρικής πηγής και των αγωγών, που συνδέουν τους πόλους

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία