Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αισιόδοξος αισιόδοξη αισιόδοξο
γενική αισιόδοξου αισιόδοξης αισιόδοξου
αιτιατική αισιόδοξο αισιόδοξη αισιόδοξο
κλητική αισιόδοξε αισιόδοξη αισιόδοξο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αισιόδοξοι αισιόδοξες αισιόδοξα
γενική αισιόδοξων αισιόδοξων αισιόδοξων
αιτιατική αισιόδοξους αισιόδοξες αισιόδοξα
κλητική αισιόδοξοι αισιόδοξες αισιόδοξα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αισιόδοξος < αίσιος + δόξα ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική optimiste)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αισιόδοξος, -η, -ο

  1. που τρέφει ελπίδες για το μέλλον, που πιστεύει ότι κάποια εξέλιξη θα έχει αίσιο τέλος
    είμαι γενικά αισιόδοξος, στην παρούσα στιγμή όμως δεν βλέπω κάτι θετικό στον ορίζοντα
    αισιόδοξες προοπτικές για το χρηματιστήριο μετά την χτεσινή ανάκαμψη

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία