Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιλουροειδής < αίλουρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αιλουροειδής, -ής, -ές


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία