Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αιλουροειδές τα αιλουροειδή
      γενική του αιλουροειδούς των αιλουροειδών
    αιτιατική το αιλουροειδές τα αιλουροειδή
     κλητική αιλουροειδές αιλουροειδή
Κατηγορία όπως «αιλουροειδές» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιλουροειδές < αίλουρος + -ειδές < είδος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αιλουροειδές ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία