Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η έφεση οι εφέσεις
      γενική της έφεσης* των εφέσεων
    αιτιατική την έφεση τις εφέσεις
     κλητική έφεση εφέσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, εφέσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έφεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔφεσις[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈe.fe.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: έ‐φε‐ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έφεση θηλυκό

  1. η κλίση που έχει κάποιος για την καλλιέργειά του σε ένα ορισμένο τομέα ή μια συγκεκριμένη δεξιότητα
    δεν είχα ποτέ έφεση στο κέντημα
     συνώνυμα: ροπή, τάση
  2. (νομικός όρος) το ένδικο μέσο το οποίο ασκείται σε ένα δικαστήριο ανώτερο από εκείνο που εξέδωσε μια απόφαση και με την οποία επιδιώκεται η άρση της προηγούμενης (μη τελεσίδικης) απόφασης και η έκδοση νέας, εκδικάζοντας από την αρχή την υπόθεση
  3. η έκκληση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία