Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική άμοιαστος άμοιαστη άμοιαστο
γενική άμοιαστου άμοιαστης άμοιαστου
αιτιατική άμοιαστο άμοιαστη άμοιαστο
κλητική άμοιαστε άμοιαστη άμοιαστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άμοιαστοι άμοιαστες άμοιαστα
γενική άμοιαστων άμοιαστων άμοιαστων
αιτιατική άμοιαστους άμοιαστες άμοιαστα
κλητική άμοιαστοι άμοιαστες άμοιαστα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άμοιαστος < α- + μοιάζω + -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άμοιαστος, -η, -ο

  1. (λαϊκότροπο) που δεν μοιάζει με κάποιον άλλον ή με κάτι άλλο
     συνώνυμα: ανόμοιαστος, ανόμοιος, διαφορετικός
     αντώνυμα: όμοιος, παρόμοιος
  2. (λαϊκότροπο) που δεν ταιριάζει με κάποιον άλλον ή με κάτι άλλο
     συνώνυμα: αταίριαστος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία