Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άμοιαστα < άμοιαστος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

άμοιαστα

  1. ανόμοια, αταίριαστα
  2. άκοσμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία