Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Δούναβης οι Δουνάβεις
      γενική του Δούναβη
& Δουνάβεως
των Δουνάβεων
    αιτιατική τον Δούναβη τους Δουνάβεις
     κλητική Δούναβη Δουνάβεις
Συνήθως στον ενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
O Δούναβης στο χάρτη της Ευρώπης.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Δούναβης < ... < σλαβική Dunav < κελτική Danuvius < (άγνωστης ετυμολογίας)[1]• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈðu.na.vis/
συλλαβισμός: Δού‐να‐βης

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Δούναβης αρσενικό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.