Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

Δνείπερος < → λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Δνείπερος αρσενικό

  1. ποταμός της Ευρώπης

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία