Δείτε επίσης: βάρβαρα

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Βαρβάρα οι Βαρβάρες
      γενική της Βαρβάρας
    αιτιατική τη Βαρβάρα τις Βαρβάρες
     κλητική Βαρβάρα Βαρβάρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Βαρβάρα < λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Βαρβάρα θηλυκό

  1. γυναικείο όνομα
  2. (θρησκεία) χριστιανικό όνομα αγίας που έζησε μάλλον στην Νικομήδεια και μαρτύρησε κατά τον 3ο μ.Χ. αιώνα
  3. → και δείτε τη λέξη Αγία Βαρβάρα (ναωνύμιο, τοπωνύμιο)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία