Κάτοικος της χώρας των Βάσκων.

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Βάσκος < γαλλική Basque < λατινική Vasconia

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Βάσκος αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία