Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Άγραφα < άγραφος

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Άγραφα ουδέτερο πληθυντικός

  1. (γεωγραφία) μεγάλη οροσειρά της κεντρικής Ελλάδας

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία