Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ἀγραῖος < λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ἀγραῖος αρσενικό (θηλυκό Ἀγραία) (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο Ἀγραῖος)



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ἀγραῖος < ἀγραῖος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Ἀγραῖος Ἀγραί τὸ Ἀγραῖον
      γενική τοῦ Ἀγραίου τῆς Ἀγραίᾱς τοῦ Ἀγραίου
      δοτική τῷ Ἀγραί τῇ Ἀγραί τῷ Ἀγραί
    αιτιατική τὸν Ἀγραῖον τὴν Ἀγραίᾱν τὸ Ἀγραῖον
     κλητική ! Ἀγραῖε Ἀγραί Ἀγραῖον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ Ἀγραῖοι αἱ Ἀγραῖαι τὰ Ἀγραῖ
      γενική τῶν Ἀγραίων τῶν Ἀγραίων τῶν Ἀγραίων
      δοτική τοῖς Ἀγραίοις ταῖς Ἀγραίαις τοῖς Ἀγραίοις
    αιτιατική τοὺς Ἀγραίους τὰς Ἀγραίᾱς τὰ Ἀγραῖ
     κλητική ! Ἀγραῖοι Ἀγραῖαι Ἀγραῖ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ Ἀγραίω τὼ Ἀγραί τὼ Ἀγραίω
      γεν-δοτ τοῖν Ἀγραίοιν τοῖν Ἀγραίαιν τοῖν Ἀγραίοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λόγιος' όπως «ὡραῖος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ἀγραῖος, -α, -ον

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ἀγραῖος αρσενικό

  ΠηγέςΕπεξεργασία