Αγγλικά (en) Επεξεργασία

ενεστώτας blow
γ΄ ενικό ενεστώτα blows
αόριστος blew
παθητική μετοχή blown
ενεργητική μετοχή blowing
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

  ΡήμαΕπεξεργασία

blow (en) (αόρ. : blew, παθ. μτχ. : blown)

  1. φυσώ
    The wind blows with 10 MPH.(Ο άνεμος φωσάει με 10 μίλια την ώρα)
  2. ξοδεύω χωρίς σκοπό τα χρήματά μου
    He blows his money for nothing.(Ξοδεύει τα χρήματα του για το τίποτα.)
  3. (χυδαίο) τσιμπουκώνω, παίρνω πίπα
  4. εκρήγνυμαι

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • blow (something) wide open: εκθέτω τα προβλήματα, τη διαφθορά