Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

εκπνέω

  1. (μεταβατικό) βγάζω έξω από τα αναπνευστικά μου όργανα (τους πνεύμονες) αέρα ή αέριο που έχω εισπνεύσει
    εισπνέομε οξυγόνο και εκπνέομε διοξείδιο του άνθρακα
    • (αμετάβατο) βγάζω έξω από τα αναπνευστικά μου όργανα (τους πνεύμονες) αέρα που έχω εισπνεύσει
      κατά τη διάρκεια της άσκησης να εισπνέετε από τη μύτη και να εκπνέετε από το στόμα
     αντώνυμα: εισπνέω
  2. (μεταφορικά) ξεψυχώ, πεθαίνω, αφήνω την τελευταία πνοή (Χρησιμοποιείται κυρίως για πρόσωπα και σε συντελεσμένο χρόνο)
    ο τραυματίας εξέπνευσε τις πρώτες πρωινές ώρες
  3. (κατʼ επέκταση) τελειώνω, λήγω
    λίγο πριν πριν εκπνεύσει η προθεσμία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία