Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-κόμος < αρχαία ελληνική -κόμος < κομέω-κομῶ ("φροντιζω")

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-κόμος αρσενικό ή θηλυκό

  1. β'συνθετικό ουσιαστικών που σημαίνουν αυτόν/αυτήν που φροντίζει, περιποιείται, καλλιεργεί κλπ κάτι

Παραδείγματα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία