Δείτε επίσης: εντελής

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἐντελής τὸ ἐντελές οἱ, αἱ ἐντελεῖς τὰ ἐντελ
Γενική τοῦ, τῆς ἐντελοῦς τοῦ ἐντελοῦς τῶν ἐντελῶν τῶν ἐντελῶν
Δοτική τῷ, τῇ ἐντελεῖ τῷ ἐντελεῖ τοῖς, ταῖς ἐντελέσι(ν) τοῖς ἐντελέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν ἐντελ τὸ ἐντελές τοὺς, τὰς ἐντελεῖς τὰ ἐντελ
Κλητική ἐντελές ἐντελές ἐντελεῖς ἐντελ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἐντελεῖ
Γενική-Δοτική ἐντελοῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐντελής < ἐν- + -τελής (τέλος)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἐντελής, -ής, -ές , συγκριτικός: ἐντελέστερος, υπερθετικός: ἐντελέστατος

  1. τέλειος, πλήρης
  2. άθικτος, ακέραιος
  3. αμόλυντος
  4. (για στρατιώτες) σε καλή κατάσταση, αποτελεσματικός
  5. (για ανθρώπινη ηλικία) σε ώριμη ηλικία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

διαφορετικού ετύμου:

  ΠηγέςΕπεξεργασία