Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄριστος ἀρίστη ἄριστον ἄριστοι ἄρισται ἄριστα
Γενική ἀρίστου ἀρίστης ἀρίστου ἀρίστων ἀρίστων ἀρίστων
Δοτική ἀρίστῳ ἀρίστῃ ἀρίστῳ ἀρίστοις ἀρίσταις ἀρίστοις
Αιτιατική ἄριστον ἀρίστην ἄριστον ἀρίστους ἀρίστας ἄριστα
Κλητική ἄριστε ἀρίστη ἄριστον ἄριστοι ἄρισται ἄριστα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀρίστω ἀρίστα
Γενική-Δοτική ἀρίστοιν ἀρίσταιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄριστος < ἄρω / ἀραρίσκω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ar- (ταιριάζω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἄριστος, -η, -ον [ᾰ] (υπερθετικός βαθμός του ἀγαθός)

  1. (αρχικά, ομηρική γλώσσα) ευγενικής καταγωγής
    οἱ ἄριστοι
  2. (κλασσικοί χρόνοι) ο καλύτερος, ο άριστος
    ※  εἷς οἰωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία