Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το όσπριο τα όσπρια
      γενική του οσπρίου των οσπρίων
    αιτιατική το όσπριο τα όσπρια
     κλητική όσπριο όσπρια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

όσπριο < αρχαία ελληνική ὄσπριον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

όσπριο ουδέτερο

  1. (συνήθως πληθυντικός) οι αποξηραμένοι σπόροι διαφόρων φυτών (φασόλια, φακές)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία