Άνοιγμα κυρίου μενού
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Όμηρος

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όμηρος όμηροι
γενική ομήρου ομήρων
αιτιατική όμηρο ομήρους
κλητική όμηρε όμηροι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

όμηρος < αρχαία ελληνική ὅμηρος

Όμηρος: η έννοια του ονόματος Όμηρος χρησιμοποιείται για τους αιχμαλώτους. Στην αρχαιότητα, όμηρο αποκαλούσαν που είχε αρπαχθεί από εχθρικά στρατεύματα ή αντιπάλους. Γι” αυτό πολλοί φιλόλογοι πιστεύουν ότι το όνομα Όμηρος προέρχεται από τις δύο λέξεις «Ομού» και «Αραρείν» δηλαδή «Αραρίρσκω» που σημαίνει «ενώνω», μιας και ο αιχμάλωτος συνήθιζε να δίνεται ως εγγύηση για την εκτέλεση μιας συμφωνίας ή συνθήκης. Ειδικότερα όμως για τον μεγάλο ποιητή Όμηρο, λέγεται ότι το όνομά του προέρχεται από το συνδυασμό των λέξεων «Μη»+«Οράν»(=«βλέπω») δηλαδή ο «Μη Ορών», ή αλλιώς «ο άνθρωπος που δεν βλέπει». Πράγματι, οι ιστορικές αναφορές λένε ότι ο Όμηρος ήταν τυφλός όταν έγραψε τα δύο μεγάλα Έπη της αρχαιότητας.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɔ.mi.ɾɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

όμηρος αρσενικό ή θηλυκό

  • αιχμάλωτος που λαμβάνεται ως εγγύηση ότι θα τηρηθούν οι όροι μιας συμφωνίας
  • αιχμάλωτος του οποίου απειλείται ακόμα και η ζωή, αν δεν ικανοποιηθούν οι επιθυμίες ή τα αιτήματα αυτού που τον αιχμαλώτισε.
οι αεροπειρατές απελευθέρωσαν τους ομήρους μετά από συμφωνία με τις αρχές
  • (γενικότερα) που δεν μπορεί να κινηθεί ελεύθερα για να επιλύσει ένα πρόβλημα ή να αντιμετωπίσει μία κατάσταση
ο πρωθυπουργός είναι όμηρος της εσωκομματικής αντιπολίτευσης

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία