Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωμοβόρος < ελληνιστική κοινή ὠμοβόρος < ὠμός + βορά (< βιβρώσκω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ωμοβόρος, -ος, -ο

  1. (λόγιο) που τρώει ωμά κρέατα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία