Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωμοφάγος < αρχαία ελληνική ὠμοφάγος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ωμοφάγος, -ος, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία