Δείτε επίσης: ψεύδος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψευδός < μεσαιωνική ελληνική < ψευδής

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ψευδός, -ή, -ό

  1. που αρθρώνει λανθασμένα ορισμένα σύμφωνα, π.χ. το "σ" ως "θ" (σε πολύ βαριές περιπτώσεις δύναται να αλλοιώνει παράλληλα και φωνήεντα - πχ. σπαστικοί, βαριά τραυματισμένοι, συνδρομικοί, γναθοδυσμορφικοί κτλ.)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία