Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.

Για έλεγχο. και τακτοποίηση των κλιτικών τύπων ανά διάλεκτο. ‑‑Sarri.greek  | 07:44, 10 Νοεμβρίου 2021 (UTC).


  Ετυμολογία

επεξεργασία

χοῦς < συνηρημένη μορφή του χόος

  Ουσιαστικό 1

επεξεργασία
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική χόος > χοῦς οἱ χόοι   > χοῖ
      γενική τοῦ χόου > χοῦ τῶν χόων > χῶν
      δοτική τῷ χό   > χ τοῖς χόοις > χοῖς
    αιτιατική τὸν χόον > χοῦν τοὺς χόους > χοῦς
     κλητική ! χόε   > χοῦ χόοι   > χοῖ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χόω   > χώ
γεν-δοτ τοῖν  χόοιν > χοῖν
2η κλίση, ομάδα 'πλόος πλοῦς', Κατηγορία 'πλοῦς' όπως «πλοῦς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

χοῦς (συνήθως και αρχικά αρσενικό μεταγενέστερα απαντά και θηλυκό)

Άλλες μορφές

επεξεργασία
  • χοῦς(και θηλυκό), γενική χοῦ και χόου και (από σύγχυση με το μέτρο) χοός, δοτική χοΐ αιτιατική χοῦν

  Ουσιαστικό 2

επεξεργασία
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
χου-
ονομαστική χοῦς οἱ χόες
      γενική τοῦ χοός τῶν χοῶν
      δοτική τῷ χοΐ τοῖς χουσῐ́(ν)
    αιτιατική τὸν χό τοὺς χόᾱς
     κλητική ! χοῦ χόες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χόε
γεν-δοτ τοῖν  χοοῖν
Κλίνεται όπως το βοῦς, αλλά με ασυναίρετες αιτιατικές.
3η κλίση, Κατηγορία 'χοῦς' όπως «χοῦς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

χοῦς αρσενικό και θηλυκό

Συγγενικά

επεξεργασία

Εκφράσεις

επεξεργασία
  • οἱ τῆς θαλάττης λεγόμενοι χόες: για όσους προσπαθούν να μετρήσουν το απροσμέτρητο
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική χοῦς αἱ χόες
      γενική τῆς χοός τῶν χοῶν
      δοτική τῇ χοΐ ταῖς χουσῐ́(ν)
    αιτιατική τὴν χό τὰς χόᾱς
     κλητική ! χοῦ χόες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χόε
γεν-δοτ τοῖν  χοοῖν
Κλίνεται όπως το βοῦς, αλλά με ασυναίρετες αιτιατικές.
3η κλίση, Κατηγορία 'χοῦς' όπως «χοῦς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Άλλες μορφές

επεξεργασία

(Χρειάζεται επεξεργασία)

  • χοῦς και χοεύς, γενική χοός και χοῶς και χοῦ και χοέως, δοτική χοΐ και χῷ και χοέϊ και χοεῖ, αιτιατική χοῦν και χον και χόα και χοᾶ και χοέα
  • ονομαστική χόες και χοῦς και χοεῖς και χοιεῖς, γενική χῶν και χοῶν, δοτική χοεῦσιν και χόεσι και χοέσι, αιτιατική χοῦς και χόας και χοας και χοᾶς και χοέας και χοεῖς