Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χεριά οι χεριές
      γενική της χεριάς των χεριών
    αιτιατική τη χεριά τις χεριές
     κλητική χεριά χεριές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χεριά < μεσαιωνική ελληνική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χεριά θηλυκό

  1. (λαϊκότροπο και μάλλον παρωχημένο) μια αρμαθιάχεροβολιά, η δράκα, όσα μπορεί να αδράξει και να κρατήσει η παλάμη, το χέρι, η κλεισμένη γροθιά ως μονάδα όγκου
  2. (λαογραφία) τρόπος μέτρησης σιταριού και άλλων παρομοίου σχήματος φυτών -γενικά ειδών
    Βάλε δυο χεριές στάχυα (μακαρόνια, καλαμάκια, τσιγάρα, όταν ήταν χύμα κ.λπ.)
  3. (λαογραφία) τρόπος μέτρησης του νήματος και του υφάσματος στα υφαντουργεία, όπου μια χεριά ήταν η απόσταση του άκρου του μικρού δακτύλου από το αντίστοιχο του αντίχειρα με τα δάχτυλα των γυναικών τεντωμένα
  4. (ιδιωματικό) ξυλιά
    Δώσε του εκεί κάνα-δυό χεριές να βάνει μυαλό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία