Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπεραξία υπεραξίες
γενική υπεραξίας υπεραξιών
αιτιατική υπεραξία υπεραξίες
κλητική υπεραξία υπεραξίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπεραξία < υπέρ + αξία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπεραξία θηλυκό

  1. η πρόσθετη αξία που αποκτά ένα αγαθό κατά τη στιγμή της πώλησής του σε σχέση με αυτήν που είχε παλαιότερα ή με τη λογιστική αποτίμησή του
  2. (οικονομία) η διαφορά που προκύπτει όταν αφαιρέσουμε την αμοιβή της εργασίας από τη συνολική αξία που προστίθεται σε ένα αγαθό μέσω της εργασίας αυτής
    όσο μεγαλύτερη η υπεραξία τόσο περισσότερες προοπτικές υπάρχουν για επενδύσεις

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία