Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπεραξία οι υπεραξίες
      γενική της υπεραξίας των υπεραξιών
    αιτιατική την υπεραξία τις υπεραξίες
     κλητική υπεραξία υπεραξίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπεραξία < υπέρ + αξία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπεραξία θηλυκό

  1. (οικονομία, γενικότερα) η πρόσθετη αξία που αποκτά ένα αγαθό κατά τη στιγμή της πώλησής του σε σχέση με αυτήν που είχε παλαιότερα, ή ως αποτέλεσμα της διαφοράς του κόστους του, κατά την παραγωγική διαδικασία, με την τιμή διάθεσής του
  2. (οικονομία, ειδικότερα) κατά τη μαρξιστική οικονομική θεωρία, η διαφορά που προκύπτει όταν αφαιρέσουμε την αμοιβή της εργατικής δύναμης των εργατών που απασχολούνται από τον κεφαλαιούχο, από τη συνολική αξία των προϊόντων που παράγουν με την εργασία τους για λογαριασμό του και την οποία (διαφορά) αυτός καρπώνεται
  3. (λογιστική) η διαφορά της τιμής πώλησης μιας οικονομικής μονάδας με την καθαρή θέση της
    η θετική υπεραξία συμπεριλαμβάνει την καλή φήμη, που είναι μη εξατομικεύσιμο περιουσιακό στοιχείο
    η αρνητική υπεραξία σημαίνει αγορά της επιχείρησης σε τιμή ευκαιρίας ή ότι είχε αβέβαιο μέλλον
     συνώνυμα: (λαϊκά) αέρας

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • ο όρος με τη μαρξιστική σημασία της είναι αγγλικής αρχικής προέλευσης (surplus value), των αρχών του 19ου αιώνα, που επαναπροσδιορίστηκε αργότερα από τον Καρλ Μαρξ (Mehrwert)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία