Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υπέρλογος η υπέρλογη το υπέρλογο
      γενική του υπέρλογου της υπέρλογης του υπέρλογου
    αιτιατική τον υπέρλογο την υπέρλογη το υπέρλογο
     κλητική υπέρλογε υπέρλογη υπέρλογο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υπέρλογοι οι υπέρλογες τα υπέρλογα
      γενική των υπέρλογων των υπέρλογων των υπέρλογων
    αιτιατική τους υπέρλογους τις υπέρλογες τα υπέρλογα
     κλητική υπέρλογοι υπέρλογες υπέρλογα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπέρλογος < υπέρ- + -λογος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /iˈpeɾ.lo.ɣos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: υ‐πέρ‐λο‐γος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υπέρλογος, -η, -ο

  1. που υπερβαίνει τα όρια της λογικής
    ο υπέρλογος χαρακτήρας της μεταφυσικής
  2. (ουσιαστικοποιημένο) το υπέρλογο:
    η περιοχή του υπέρλογου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.