Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τσίτα οι τσίτες
      γενική της τσίτας των (τσιτών)
    αιτιατική την τσίτα τις τσίτες
     κλητική τσίτα τσίτες
Κατηγορία όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈt͡si.ta/

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

τσίτα < τσιτ(ώνω) +

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

τσίτα θηλυκό

  1. εγρήγορση, ετοιμότητα, διαρκής ένταση
    Τον τελευταίο καιρό δεν προλαβαίνω να ανασάνω. Είμαι διαρκώς στην τσίτα.
  2. (ως επίρρημα) τεντωτά, σφιχτά
    Το παντελόνι μού έρχεται τσίτα.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

τσίτα < (άμεσο δάνειο) αγγλική cheetah < χίντι चीता (cītā, λεοπάρδαλη, πάνθηρας) < σανσκριτική चित्र (citra, πολύχρωμος, πιτσιλωτός)

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

τσίτα ουδέτερο και τσιτάχ

  1. αιλουροειδές θηλαστικό, ο γατόπαρδος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  Ετυμολογία 3Επεξεργασία

τσίτα < αγγλική Cheeta (κύριο όνομα, ο χιμπαντζής σύντροφος του Ταρζάν)

  Ουσιαστικό 3Επεξεργασία

τσίτα θηλυκό

  1. ο χιμπαντζής
    Ο Ταρζάν και η Τσίτα (ως κύριο όνομα)
    κρεμάστηκε από το κλαδί σαν τσίτα