Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ετοιμότητα οι ετοιμότητες
      γενική της ετοιμότητας των ετοιμοτήτων
    αιτιατική την ετοιμότητα τις ετοιμότητες
     κλητική ετοιμότητα ετοιμότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ετοιμότητα < αρχαία ελληνική ἑτοιμότης

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.ti.ˈmɔ.ti.ta/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ετοιμότητα θηλυκό

  1. η προπαρασκευή, η ιδιότητα που έχει αυτός που είναι έτοιμος, που βρίσκεται σε εγρήγορση και περιμένει κάτι που θα χρειαστεί πιθανόν να αντιμετωπίσει, αλλά και που γενικά διακρίνεται για την ταχύτητα και συνάμα ευστοχία των αντιδράσεών του
    του απάντησε με ετοιμότητα
    ο Κώστας διακρίνεται για την ετοιμότητά του
    κατάσταση ετοιμότητας: όταν αναμένονται δυσάρεστες εξελίξεις και γίνονται ανάλογες προετοιμασίες π.χ. τα νοσοκομεία τίθενται σε κατάσταση ετοιμότητας στις επιδημίες, οι έφεδροι σε καιρό πολέμου, οι εργαζόμενοι σε καιρό λήψης αντεργατικών μέτρων κλπ.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία