Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέχνεργο τέχνεργα
γενική τεχνέργου
& τέχνεργου
τεχνέργων
& τέχνεργων
αιτιατική τέχνεργο τέχνεργα
κλητική τέχνεργο τέχνεργα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέχνεργο (el) ουδέτερο, ενικός
τέχνεργα πληθυντικός

  1. αντικείμενο κατασκευασμένο από τον άνθρωπο, προϊόν του τεχνικού πολιτισμού του
  2. ψευδοπληροφορία, ψευτοδεδομένο, ψευτοδεδομένο λανθασμένης μεθόδου ή θορυβικής διαδικασίας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία