Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τεχνουργός οι τεχνουργοί
      γενική του τεχνουργού των τεχνουργών
    αιτιατική τον τεχνουργό τους τεχνουργούς
     κλητική τεχνουργέ τεχνουργοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τεχνουργός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τεχνουργός αρσενικό ή θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία