Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τάκος οι τάκοι
      γενική του τάκου των τάκων
    αιτιατική τον τάκο τους τάκους
     κλητική τάκε τάκοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάκος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τάκος αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία