Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σωματότυπος < σώμα+τύπος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σωματότυπος αρσενικό

  • φαινότυπος που καθορίζεται από την κατανομή του λίπους σε έναν οργανισμό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία