Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική συστημικός συστημική συστημικό
γενική συστημικού συστημικής συστημικού
αιτιατική συστημικό συστημική συστημικό
κλητική συστημικέ συστημική συστημικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συστημικοί συστημικές συστημικά
γενική συστημικών συστημικών συστημικών
αιτιατική συστημικούς συστημικές συστημικά
κλητική συστημικοί συστημικές συστημικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

συστημικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική systemic

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συστημικός

  1. που αναφέρεται και χαρακτηρίζει ένα ολόκληρο σύστημα ή δίκτυο συστημάτων που συνδέονται και αλληλεξαρτώνται, που οφείλεται στο σύστημα, απορρέει από αυτό
    (ιατρ.) δυστυχώς μιλάμε πια για συστημική βλάβη
    (μηχ.) η συστημική βλάβη στο δίκτυο της ΕΥΔΑΠ θα αντιμετωπιστεί εντός 24ώρου
    χρειάζεται συστημική ψυχανάλυση
    η 'συστημική'OOP επίθεση στους εργάτες (η επίθεση του οικονομικού κατεστημένου, του συστήματος ως δημιουργήματος και εκφραστή της εξουσίας)
  2. πρόκειται για μια ή πολλές επιρροές «κάποιου» δρώντα οι οποίες αφορούν εξωτερικές δυνάμεις του συστήματος ή της τάξης πραγμάτων όπως έχει διαμορφωθεί στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι
    είθισται στα κράτη-έθνη να υπερνικούν οι συστημικές πιέσεις που δέχονται από τη γενικότερη γεωπολιτική έναντι των εσωτερικών τους ιδεολογιών σε βαθμό που να τα αναγκάζουν ουκ ολίγες φορές να συμμαχήσουν με πρώην εχθρούς

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  1. συστημική θεωρία: στην πληροφορική ή στην ψυχανάλυση και σε άλλους τομείς πρεσβεύει ότι η βλάβη σε ένα στοιχείο του συστήματος επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάζει όλο το σύστημα καθώς και άλλα δίκτυα (οικονομικά, οργανικά, ψυχικά) που συνδέονται με αυτό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία