Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οφείλομαι < παθητική φωνή του ρήματος οφείλω

  ΡήμαΕπεξεργασία

οφείλομαι, χωρίς συνοπτικούς χρόνους

  1. για ποσό ή άλλο πράγμα που κάποιος οφείλει, χρωστάει
    το ποσό αυτό οφείλεται στον κ. τάδε
    ο οφειλόμενος σεβασμός προς τους γονείς
  2. έχω ως αιτία μου

ΚλίσηΕπεξεργασία

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. οφείλομαι οφειλόμουν(α) θα οφείλομαι να οφείλομαι οφειλόμενος
β' ενικ. οφείλεσαι οφειλόσουν(α) θα οφείλεσαι να οφείλεσαι οφείλου
γ' ενικ. οφείλεται οφειλόταν(ε) θα οφείλεται να οφείλεται
α' πληθ. οφειλόμαστε οφειλόμαστε
οφειλόμασταν
θα οφειλόμαστε να οφειλόμαστε
β' πληθ. οφείλεστε οφειλόσαστε
οφειλόσασταν
θα οφείλεστε να οφείλεστε οφείλεστε
γ' πληθ. οφείλονται οφείλονταν
οφειλόντουσαν
θα οφείλονται να οφείλονται

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία