Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνοδευόμενος < μετοχή μεσοπαθητικού ενεστώτα του ρήματος συνοδεύομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

συνοδευόμενος, -η, -ο και λιγότερο λόγια, συνοδευμένος

  1. το πρόσωπο που συνοδεύεται αυτή τη στιγμή από κάποιον, που παρουσιάζεται με τη συνοδεία κάποιου/κάποιων ή κάτι που συνοδεύεται από κάτι άλλο
    Ο Τούρκος πρωθυπουργός προσήλθε συνοδευόμενος από τον υπουργό Εξωτερικών της χώρας του
    Αυτό το συνολάκι συνοδευόμενο από ένα σκαρπίνι, θα είναι θαυμάσιο!
    Συνοδευόμενη από την κατάλληλη μουσική υπόκρουση θα είναι ίσως καλύτερη ως συνολικό αποτέλεσμα, όμως έτσι όπως βλέπω τη σκηνή βουβή, τη βρίσκω πολύ άτονη
  2. αυτός που όταν καταναλώνεται συνοδεύεται εκείνη την ώρα συνήθως από κάτι που δεν αλλάζει
    Το κόκκινο κρέας τρώγεται συνοδευόμενο από κόκκινο κρασί, ενώ το ψάρι συνήθως από λευκό


ΑντώνυμαΕπεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική συνοδευόμενος συνοδευόμενη/
συνοδευομένη
συνοδευόμενο
γενική συνοδευόμενου/
συνοδευομένου
συνοδευόμενης/
συνοδευομένης
συνοδευόμενου/
συνοδευομένου
αιτιατική συνοδευόμενο συνοδευόμενη/
συνοδευομένη
συνοδευόμενο
κλητική συνοδευόμενε συνοδευόμενη/
συνοδευομένη
συνοδευόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνοδευόμενοι συνοδευόμενες συνοδευόμενα
γενική συνοδευόμενων/
συνοδευομένων
συνοδευόμενων/
συνοδευομένων
συνοδευόμενων/
συνοδευομένων
αιτιατική συνοδευόμενους συνοδευόμενες συνοδευόμενα
κλητική συνοδευόμενοι συνοδευόμενες συνοδευόμενα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία