Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο στιγμιαίος η στιγμιαία το στιγμιαίο
      γενική του στιγμιαίου της στιγμιαίας του στιγμιαίου
    αιτιατική τον στιγμιαίο τη στιγμιαία το στιγμιαίο
     κλητική στιγμιαίε στιγμιαία στιγμιαίο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι στιγμιαίοι οι στιγμιαίες τα στιγμιαία
      γενική των στιγμιαίων των στιγμιαίων των στιγμιαίων
    αιτιατική τους στιγμιαίους τις στιγμιαίες τα στιγμιαία
     κλητική στιγμιαίοι στιγμιαίες στιγμιαία
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στιγμιαίος < ελληνιστική κοινή στιγμιαῖος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

στιγμιαίος

  1. που διαρκεί μια στιγμή, πολύ σύντομος
    μια στιγμιαία παρόρμηση
  2. που παρασκευάζεται πολύ γρήγορα
    στιγμιαίος καφές
  3. στιγμιαίος μέλλοντας: ρηματικός χρόνος που φανερώνει ότι μια πράξη θα γίνει στο μέλλον χωρίς να γίνεται αναφορά στη διάρκειά της· ο συνοπτικός μέλλοντας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία