Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο στενάχωρος η στενάχωρη το στενάχωρο
      γενική του στενάχωρου της στενάχωρης του στενάχωρου
    αιτιατική τον στενάχωρο τη στενάχωρη το στενάχωρο
     κλητική στενάχωρε στενάχωρη στενάχωρο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι στενάχωροι οι στενάχωρες τα στενάχωρα
      γενική των στενάχωρων των στενάχωρων των στενάχωρων
    αιτιατική τους στενάχωρους τις στενάχωρες τα στενάχωρα
     κλητική στενάχωροι στενάχωρες στενάχωρα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στενάχωρος < στενόχωρος < αρχαία ελληνική στενόχωρος < στενός + χῶρος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /stεˈnaxɔɾɔs/
τυπογραφικός συλλαβισμός: στε‐νά‐χω‐ρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

στενάχωρος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία