Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκρίνιο τα σκρίνια
      γενική του σκρίνιου των σκρίνιων
    αιτιατική το σκρίνιο τα σκρίνια
     κλητική σκρίνιο σκρίνια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκρίνιο < ελληνιστική κοινή σκρίνιον < λατινική scrinium

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈskɾi.ɲɔ/
συλλαβισμός: σκρί‐νιο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκρίνιο ουδέτερο

  1. έπιπλο του οποίου το κάτω μέρος μοιάζει με μπουφέ και στο πάνω μέρος έχει βιτρίνα στην οποία τοποθετούν κρύσταλλα και λοιπά σκεύη προς φύλαξη αλλά και έκθεση
  2. (παρωχημένο) γραφείο [1]

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. σκρίνιο, Λεξικόν της καθ'ημάς ελληνικής διαλέκτου, Σκαρλάτος ο Βυζάντιος, έκδοσις δευτέρα, Αθήνα, 1857