Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σκοποβολή οι σκοποβολές
      γενική της σκοποβολής των σκοποβολών
    αιτιατική τη σκοποβολή τις σκοποβολές
     κλητική σκοποβολή σκοποβολές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκοποβολή < σκοπός + -ο- + βολή (< αρχαία ελληνική βάλλω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sko.po.voˈli/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σκο‐πο‐βο‐λή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκοποβολή θηλυκό

  1. βολή με όπλο προς κάποιον στόχο
  2. (κατ’ επέκταση) εξάσκηση στη βολή με όπλο προς κάποιον στόχο
  3. (κατ’ επέκταση, αθλητισμός) άθλημα που περιλαμβάνει βολή με όπλο προς κάποιον στόχο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία