Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σκιαγραφικός η σκιαγραφική το σκιαγραφικό
      γενική του σκιαγραφικού της σκιαγραφικής του σκιαγραφικού
    αιτιατική τον σκιαγραφικό τη σκιαγραφική το σκιαγραφικό
     κλητική σκιαγραφικέ σκιαγραφική σκιαγραφικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σκιαγραφικοί οι σκιαγραφικές τα σκιαγραφικά
      γενική των σκιαγραφικών των σκιαγραφικών των σκιαγραφικών
    αιτιατική τους σκιαγραφικούς τις σκιαγραφικές τα σκιαγραφικά
     κλητική σκιαγραφικοί σκιαγραφικές σκιαγραφικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκιαγραφικός < σκιαγραφία / σκιαγραφώ + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σκιαγραφικός

  1. που έχει σχέση με τη σκιαγραφία / σκιαγράφηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. (φαρμακευτική) που έχει σχέση με το σκιαγραφικό ή αναφέρεται σ’ αυτό
  3. (ουσιαστικοποιημένο) σκιαγραφικό: (φαρμακευτική) ουσία που λαμβάνεται από ασθενή, για να διευκολυνθεί η απεικονιστική εξέταση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία